Το Διεθνές Ινστιτούτο MEDINA για την φωτιά στα Κύθηρα: μια ψύχραιμη επιστημονική αποτίμηση

Χωρίς σχόλια Κοινοποιείστε:

Το Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο MEDINA αποτελεί έναν από τους πλέον αξιόπιστους και επιστημονικά καταρτισμένους περιβαλλοντικούς φορείς στην Ελλάδα, με πολύχρονη παρουσία σε ποικίλες δράσεις οικολογίας, πολιτισμού και περιβάλλοντος. Ο Δήμος Κυθήρων, η Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας και το Κυθηραϊκό Ίδρυμα Πολιτισμού και Ανάπτυξης (ΚΙΠΑ) συνεργάζονται τον τελευταίο χρόνο στενά με το MEDINA στον τομέα της ανάδειξης των πεζοπορικών διαδρομών στο νησί, μια συνεργασία που θα έχει μέλλον και αναπτυξιακή προοπτική για τον τόπο μας. Το MEDINA μας έστειλε μια προσεγμένη και ψύχραιμη αποτίμηση για το θέμα της πρόσφατης φωτιάς, την οποία και δημοσιεύουμε προς ενημέρωση των δημοτών μας και όσων ενδιαφέρονται.

Διαπιστώσεις και προτάσεις για τη μεταπυρική αποκατάσταση μετά την μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου στα Κύθηρα.

Δυστυχώς στη Μεσόγειο (όπου και ζούμε), η φωτιά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φυσικής εξέλιξης και σε κάποιες περιπτώσεις και της φυσικής διαδοχής. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο αν θα καεί μια έκταση, αλλά κυρίως πόσο συχνά καίγεται και δευτερευόντως ποιες είναι οι αιτίες έναρξης της πυρκαγιάς.

Σχετικά με την αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης και όπως διαφαίνεται, από τη σύνθεση της, για το μεγαλύτερο κομμάτι της καμένης έκτασης από την φετινή φωτιά στα Κύθηρα θα φροντίσει από μόνη της η φύση, αφού τόσο η μακία, όσο και η φρυγανώδης βλάστηση, θα αρχίσει να βλαστάνει από νωρίς την άνοιξη του 2018. Επιπρόσθετα, στα περισσότερα τμήματα που υπήρχε πεύκη (Pinus halepensis), η οποία βεβαίως δεν είναι γηγενής αλλά προήλθε από φυτεύσεις που είχαν πραγματοποιηθεί τις δεκαετίες του 60 και 70, επίσης δεν αναμένεται να υπάρξει πρόβλημα μιας και το είδος ήταν σε άκρως αναπαραγωγική ηλικία. Έτσι, τα σπέρματα που ήδη έχουν αρχίσει να διασκορπίζονται από τους κώνους που άνοιξαν μετά την πυρκαγιά, θα κάνουν και αυτά της δουλειά τους. Εδώ χρειάζεται λίγο προσοχή στο να διασφαλιστεί το έδαφος σε περιοχές με μεγάλη κλίση, ώστε να υπάρξει το κατάλληλο υπόβαθρο για τη φύτρωση, αλλά και να μην παρασυρθούν οι σπόροι της πεύκης από ενδεχόμενες δυνατές βροχές, που μπορεί να υπάρξουν το αμέσως προσεχές διάστημα. Πάντως, στις περισσότερες περιοχές που υπήρχαν συστάδες πεύκης, το έδαφος δεν παρουσίαζε μεγάλη κλίση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα από τα φυτικά είδη που κάηκαν στη φετινή πυρκαγιά, θα αντιμετωπίσει σίγουρα η Φοινικική άρκευθος (Juniperus phoenicea), ένα είδος του οποίου η φυσική αποκατάσταση είναι δύσκολη και ιδιαίτερα μακροχρόνια και το οποίο έχει ήδη υποβαθμιστεί αρκετά από παλαιότερες πυρκαγιές.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι να τηρηθούν οι απαγορεύσεις βοσκής που θα προκύψουν όταν η έκταση κηρυχθεί αναδασωτέα. Χωρίς τον έλεγχο της βόσκησης δεν μπορούμε να ελπίζουμε ούτε στη φυσική, αλλά ούτε σε οποιαδήποτε τεχνητή αναγέννηση, αυξάνοντας έτσι, πέρα από την υποβάθμιση της βλάστησης και τους κινδύνους για διάβρωση και πλημμυρικά φαινόμενα. Ο έλεγχος της βόσκησης είναι επίσης απαραίτητος για την ανόρθωση της μελισσοκομίας στην περιοχή, η οποία έχει πολλαπλά οφέλη, τόσο οικονομικά, όσο και στη φυσική αναγέννηση και διαδοχή μέσω της επικονίασης που επιτελούν οι μέλισσες.

Όσον αφορά γενικά την περιοχή που κάηκε και σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε ως MedINA, φαίνεται πως το μεγαλύτερο πρόβλημα θα υπάρξει στις διπλοκαμένες εκτάσεις του 2000 κυρίως και δευτερευόντως σε αυτές του 2007. Υπάρχουν δηλαδή, κάποια τμήματα της καμένης περιοχής τα οποία είχαν καεί ξανά, τόσο το 2000 όσο και το 2007. Σε αυτά τα τμήματα θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί εκεί οι μηχανισμοί αναγέννησης είναι «εξασθενημένοι». Υπάρχουν ακόμα σημαντικές εκτάσεις που κάηκαν κατά την περίοδο 2012-2016, κάποιες από αυτές αφορούν και εκτάσεις οι οποίες κάηκαν ξανά στη φετινή πυρκαγιά και στις οποίες θα πρέπει επίσης να δοθεί προσοχή.

Όπως προαναφέρθηκε, η καμένη έκταση των Κυθήρων αποτελείται, κατά μεγάλο μέρος, από μακία βλάστηση και φρύγανα, περιοχές δηλαδή που δεν χρειάζονται ανθρώπινη βοήθεια και έργα για τη συγκράτηση του εδάφους ή για αποφυγή πλημμυρικών φαινομένων. Σε κάποιες περιορισμένες εκτάσεις όπου υπήρχε δενδρώδης βλάστηση, η κατασκευή κλαδοπλεγμάτων ή κορμοφραγμάτων ίσως χρειαστεί, ίσως και όχι (θα το δείξει φανταζόμαστε αυτό και η μελέτη του καθηγητή κου Λέκκα). Ωστόσο, η φωτιά αποκάλυψε το μεγαλύτερο αντιδιαβρωτικό και αντιπλημμυρικό έργο το οποίο υπάρχει ήδη σε διάφορα τμήματα της καμένης έκτασης και μετράει δεκάδες  και ίσως εκατοντάδες έτη ζωής και δεν είναι άλλο από τις λίθινες αναβαθμίδες (πεζούλες) και τα λίθινα τοιχία. Αν λοιπόν κάποιος θέλει να διασφαλίσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την προστασία του εδάφους και την αποφυγή πλημμυρικών φαινομένων σε αυτές τις περιοχές, θα πρέπει να συντηρήσει και αυτές τις κατασκευές, οι οποίες σε πολλά τμήματα έχουν αποδομηθεί και δεν επιτελούν το έργο τους. Το παραπάνω, σε συνδυασμό με την κατασκευή κάποιων μικρών φραγμάτων στα γύρω ρέματα, ίσως είναι τα καταλληλότερα έργα τα οποία μπορούν να υποβοηθήσουν την αναγέννηση και την προστασία των οικισμών και των καλλιεργειών, ενώ παράλληλα θα συνδράμουν και στον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων της περιοχής. Μην ξεχνάμε δε, ότι οι ίδιες αυτές κατασκευές, εκτός από την ανεκτίμητη πολιτιστική τους αξία, αποτελούν και ενδιαίτημα για μια σειρά από είδη της χλωρίδας και της πανίδας, όπως αρκετά χασμοφυτικά είδη, αλλά και είδη ερπετών και ασπονδύλων ζώων που με τη σειρά τους αποτελούν τροφή για αρκετά ακόμα είδη ζώων (όπως νυχτόβια παμφάγα, αρπαχτικά πουλιά κλπ). Τα έργα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα τον δρόμο προς μια αποκατάσταση όπου η φύση και ο πολιτισμός μπορούν και πρέπει να αλληλοβοηθούν. Το Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο σε συνεργασία με το ΚΙΠΑ (και συντόμως με τον Δήμο και την Επιτροπή Εγχωρίου Περιουσίας), όπως γνωρίζετε, σχεδίαζε μια τέτοια μικρής έκτασης πιλοτική παρέμβαση στην περιοχή του Καραβά πριν την καταστροφική πυρκαγιά. Πιστεύουμε πως τώρα, ίσως ήρθε η ώρα για μια πιο δραστική και μεγαλύτερης έκτασης παρέμβαση και δηλώνουμε έτοιμοι να βοηθήσουμε όπως μπορούμε.

Τέλος, όπως φανταζόμαστε γνωρίζετε, μετά την καταστροφική πυρκαγιά, έχει αναπτυχθεί ένα δίκτυο ενεργών πολιτών που είναι διατεθειμένοι να βοηθήσουν (οικονομικά αλλά και με εθελοντική εργασία) σε μια σειρά από δράσεις που σχετίζονται με τις παραπάνω διαπιστώσεις. Παρουσιάζεται έτσι μια ευκαιρία, αν και εσείς το επιθυμείτε, να δημιουργηθεί ένα τοπικό (σημαντικό) σχήμα το οποίο θα βοηθήσει στην ομαλότερη μεταπυρική αποκατάσταση της περιοχής. Θεωρούμε ότι εδώ, τόσο ο ρόλος του Δήμου, όσο και ο ρόλος της Επιτροπής Εγχωρίου Περιουσίας αλλά και του ΚΙΠΑ πρέπει να είναι καταλυτικός. Με γνώμονα τα παραπάνω, σας προτείνουμε συνοπτικά στις επόμενες γραμμές, κάποιους άξονες δράσεων τους οποίους ήδη έχουμε συζητήσει με το ΚΙΠΑ και για τους οποίους θα μπορούσαμε να δραστηριοποιηθούμε από κοινού όλοι. Αν συμφωνείτε θα μπορούσαμε να εξειδικεύσουμε περαιτέρω, τόσο τις απαραίτητες δράσεις, όσο και τον προϋπολογισμό αυτών:

  • Αποτύπωση και χαρτογράφηση των τύπων βλάστησης της περιοχής, η οποία θα οδηγήσει σε στοχευμένες προτάσεις και ενέργειες αποκατάστασης.
  • Αποτύπωση όλων των λίθινων τοιχίων που αποκαλύφθηκαν από τη φωτιά και αρχιτεκτονική μελέτη για την αποκατάσταση των προβληματικών τμημάτων τους (πιθανά εδώ να υπάρχουν ειδικά μέτρα μέσω του προγράμματος ΕΕ για την αγροτική ανάπτυξη 2016-20, η οποία επιδοτεί ιδιοκτήτες για να συντηρήσουν ή να ανακατασκευάσουν τις λίθινες πεζούλες).
  • Μελέτη για την κατασκευή μικρο-φραγμάτων (κάποια εξ αυτών προσωρινά) στα κύρια ρέματα που περνούν από την καμένη περιοχή (πιθανότατα αυτό να καλυφθεί μερικώς από τις μελέτες του κου Λέκκα).
  • Εκπόνηση σχεδίου ελέγχου της βόσκησης και σχεδιασμός ειδικών μέτρων για τα «άγρια» κατσίκια που βόσκουν ανεξέλεγκτα στην περιοχή.
  • Εκπόνηση ειδικού σχεδίου αποκατάστασης των συστάδων Φοινικικής αρκεύθου.
  • Εκπόνηση σχεδίου για την ανόρθωση και προστασία της μελισσοκομίας στην καμένη περιοχή.
  • Περιβαλλοντική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση στα σχολεία, αλλά και ευρύτερα στον τοπικό πληθυσμό με κύριους άξονες την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος από φωτιές που ξεκινούν από αμέλεια, καθώς και για τους τρόπους συμπεριφοράς και αντιμετώπισης μετά την έναρξη πυρκαγιών.
  • Εφαρμογή προγράμματος εκπαίδευσης των εθελοντών δασοπυροσβεστών.

Παραμένουμε στη διάθεσή σας για περαιτέρω συζήτηση και διευκρινίσεις για όλα τα παραπάνω.

 

 

 

 

Απάντηση